Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Η Καθημερινότητα ενός Μακεδονομάχου ήρωα (Συγκλονιστικό και πολύ ενδιαφέρον διήγημα)

Οι Κωνσταντίνος Γαρέφης από τις Μηλιές Βόλου (καθήμενος) και Βασίλειος Παπακώστας ο οποίος έχει το όπλο του παρά πόδας. Και οι δύο είναι ντυμένοι με ντουλαμά. Ο Παπακώστας φέρει αραβίδα Μannlicher Μ 1893 και ο Γαρέφης αραβίδα Gras πυροβολικού Μ 1874.

Από το παρακάτω διήγημα θα καταλάβετε πολλά για τον Μακεδονικό Αγώνα και την ελληνικότητα των σλαβόφωνων Μακεδόνων…
Βρίσκονταν σχεδόν μέσα στο νερό και δροσιά καμιά. Έλιωνε κορμιά η ζεστή, αν και ο Αύγουστος ήταν στα τελειώματά του.
–Καπετάνιε, φώναξε ο Κρητικός, που θα ήσουν τώρα επαέ αν δεν πολέμαγες στη Νεγοβάνη;
–Σήμερα Κρητικέ είναι Κυριακή, θα ήμουνα με την γυναίκα μου και θα διάβαζα στα παιδιά μου ιστορίες.
–Είναι μεγάλο το σπίτι σου καπετάνιε;
– Όχι, δεν είναι πολύ μεγάλο, αλλά είναι πολύ όμορφο και πνιγμένο στα λουλούδια. Σε μια περιοχή που την λένε Κηφισιά στην Αθήνα.
– Μα τότε είσαι διπλά και τριπλά γενναίος. Άφησες όλα αυτά και ήρθες στη Μακεδονική γη να πολεμήσεις;
–Εσύ Κρητικέ τι άφησες, για να έρθεις εδώ; Εγώ άφησα κατσίκες και λιόδεντρα και ωραία βουνά και να με και εγώ, στα λασποτόπια της Μακεδονίας.
Για την Ελλάδα μας.
–Για αυτήν μωρέ, για την πατρίδα, προσπάθησε να ψελλίσει ο καπετάνιος, μα στο νου του έφερε τα δυο παιδιά του και σα να λύγισε λίγο.
Ακούστηκε το σύνθημα, πλησίαζαν κάποιοι. Να ήταν Τούρκοι ή Βούλγαροι;
–Είναι Τούρκοι, Γιουρούκοι χωρικοί, φτωχοί άνθρωποι, είπε κάποιος από την ομάδα.
–Αφήστε τους να φύγουν, πρόσταξε ο καπετάνιος, πάμε στη καλύβα, σήμερα δεν βρήκαμε συμμορίτες.
                                                                   Το Σώμα του Καραβίτη

Ξεκίνησαν για την επιστροφή. Προσπέρασαν μια σάπια παλιά βαρκούλα που λικνίζονταν, σάμπως να περίμενε να ξανοιχτεί για ψάρεμα. Μα περίμενε άδικα, μια και δεν την γύρεψε κανείς πια. Η δικιά τους βάρκα σιγά και αθόρυβα πέρασε το ποτάμι.
Η καινούρια τους καλύβα γρήγορα φάνηκε, μέσα από την πυκνή και αρρωστημένη βλάστηση που σκέπαζε την περιοχή.
Ήταν κρυμμένη σε ένα παραπόταμο του Αλιάκμονα, η πρόχειρα αλλά σχετικά μεγάλη καλύβα, φτιαγμένη έτσι που να δείχνει περισσότερο για στέκι ψαράδων.
Δίπλα της δέσποζε μια μουριά, που εκμεταλλεύτηκε ένα μικρό κομμάτι χέρσας γης, για να ορθώσει τον γιγάντιο μαύρο κορμό της.
Έστεκε ακλόνητη, χωρίς να δίνει καμιά σημασία ούτε σε αυτούς, αλλά ούτε και στον χρόνο που προσπαθούσε ύπουλα να την πλήξει, έδειχνε απεριποίητη, περήφανη και ακατάδεκτη.
Αντί να κάθεται και να υπομένει την επίθεση του χρόνου, έκανε αυτή την επίθεσή της, απλώνοντας απειλητικά τα κλαδιά της προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο παχύς ίσκιος της όμως χάριζε σε όλους ένα αίσθημα ασφαλείας.
Τα υπόλοιπα δέντρα (όσα δεν είχαν πεθάνει) ήταν εντελώς καχεκτικά και καλυμμένα από τα θεόρατα ψιθυριστά καλάμια.
Εδώ περνούσαν ώρες ατέλειωτες καταστρώνοντας σχέδια, χαμένοι στην ζούγκλα του ποταμιού. Περιμένοντας την κατάλληλη συγκυρία να πάνε προς τα χωριά, όπου ο ελληνισμός ήταν τρομοκρατημένος.
                                           Πλάβα με Μακεδονομάχους στη λίμνη των Γιαννιτσών
Πόσες φορές δεν σκέφτηκε ο Ζέζας. Τι γυρεύω εγώ εδώ πέρα; Μελλούμενος στρατιωτικός γραφείου. Γιος δημάρχου, γαμπρός πρωθυπουργού, με μια όμορφη γυναίκα και δυο παιδιά.
–Καπετάνιε, του φώναξε ο Γκίσιος, σκορπίζοντας με μιας τις σκέψεις του.
Βάλε λάσπη παντού χάι χάι, γιατί τα αγριοκούνουπα αυτά πίνουν αίμα ελληνικό, τούρκικο, βουλγάρικο, δεν ξεχωρίζουν χάι χάι.
Γέλασε ό καπετάνιος με τον Γκίσιο, που όταν τελείωνε κάθε του πρόταση πάντα έβαζε και ένα χάι, σα να έλεγε καλά καλά.
Με κάθε του κουβέντα και με το απαλό κυματιστό του γέλιο, έφερνε πάντα την ευθυμία στην ομάδα. Αλλά ήταν και ο μόνος ντόπιος οδηγός που είχαν.
Καταγόταν από το Κωσταράζι, ένα όμορφο χωριό της Καστοριάς. Συχνά έχανε τον προσανατολισμό του. Η ομάδα όμως πάντα τον συγχωρούσε, και ας του φώναζαν οι Κρητικοί με τις αγριοφωνάρες τους λίγο παραπάνω.
Έμαθε να μιλάει Ελληνικά στα δεκαπέντε του και πάντα φώναζε και έλεγε δυνατά προς όλους.” Έλληνες ήμασταν πάντοτε και οι πατέρες μας και οι παππούδες μας “.
Τον πατέρα του τον σκότωσαν κομιτατζήδες Βούλγαροι μπροστά στα έκπληττα παιδικά του μάτια
Λέγοντάς του. Εσύ καλά καλά Ελληνικά δεν ξέρεις, γιατί δεν παραδέχεσαι ότι είσαι Βούλγαρος;
   Καπετάν Κώττας: Σλαβόφωνος Οπλαρχηγός που πολέμησε για την ελληνικότητα της Μακεδονίας
Είχε πολλούς ξενόφωνους στην ομάδα του ο καπετάνιος. Όλοι τους δοκιμάστηκαν σκληρά και όλα τα υπόμεναν και τα άντεχαν.
Το μόνο που δεν άντεχαν. ήταν να αμφιβάλει κανείς για την ελληνική τους συνείδηση.
Πολλές φορές η βουλγάρικη τρομοκρατία ήτανε πιο σκληρή σε αυτούς, παρά στους ελληνόφωνους ομοφύλους τους.
Υπήρχαν βέβαια και μερικοί δωσίλογοι που πήγαιναν εκεί που έγερνε η πλάστιγγα
και πολλοί άλλοι που δεν ενδιαφερόταν καθόλου. Η συνείδησή τους βαθιά κρυμμένη στις καθημερινές τους δυσχέρειες και στα προβλήματα επιβίωσης, δεν έβγαινε προς τα έξω με τίποτα.
Αλλά δεν έγιναν πολλοί προδότες δεν προχώρησαν κόντρα στα ένστικτα τους.
Τα σκεφτόταν όλα αυτά ο καπετάνιος και περνούσε τις ατελείωτες ώρες του, μακριά από τις ανέσεις του στην Αθήνα.
Ήξερε ότι οι ξενόφωνοι ελληνικοί πληθυσμοί θα σήκωναν το βάρος σε ολόκληρο το μακεδονικό χώρο.
Έτσι κάπως ήταν η καθημερινότητα του. Περνούσε ο καιρός, υγρός και βρώμικος, με μια ρουτίνα γεμάτη ενδιαφέρον και απρόβλεπτα.
Το πιο συναρπαστικό που του τύχαινε όμως, ήταν όταν έγραφε γράμματα στην γυναίκα του, ένιωθε σαν να ήταν κοντά της, σα να μιλούσε με τα παιδιά του. Λυτρωνόταν η ψυχή του εκείνη την ώρα.
Έφυγε άλλη μια νύχτα σιωπηλά. Ή ομάδα ξεκίνησε πάλι πολύ πρωί, μόλις ο ουρανός άρχιζε να φωτίζει. Είχαν πληροφορίες για μια καινούρια φουρνιά συμμοριτών.
Στην περιοχή βασίλευε απόλυτη ησυχία, δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε φωνές, ούτε ήχοι, μόνο ο άνεμος και η μόνιμη μουσική υπόκρουση που έκανε το θρόισμα των καλαμιών.
Αμέριμνα έβοσκαν πολλά βουβάλια, τα έβλεπες διασκορπισμένα παντού. Ακόμα και αυτή η αθώα εικόνα όμως μπορούσε να κρύβει παγίδες.
Οι Βούλγαροι προσποιούταν τους βοσκούς και κάτω από τις κάπες τους, είχαν κρυμμένα όπλα.
Αλλά και αυτήν την μέρα δεν συνάντησαν τίποτα. Λύσσαξαν δυο τρεις καινούριοι Κρητικοί που ήρθαν στην ομάδα. Τόσες μέρες εδώ και μήτε μυρωδιά από μπαρούτι δεν πήρανε. Άλλη μια μέρα άπραγοι. Τους κατάλαβε ο καπετάνιος.
–Κάντε υπομονή, έλεγε και θα έρθει η ώρα να πολεμήσετε.
Εκεί που έσκαγαν πιο πολύ ήταν όταν βλέπανε περίπολο τούρκικη. Έβραζε το αίμα των προγόνων τους, δεν κρατιόταν με τίποτα, μα ο Ζέζας έμπειρος αξιωματικός προλάβαινε.
–Οι Τούρκοι αργά οι γρήγορα θα φύγουν από την Μακεδονία, κρατήστε τα βόλια σας για αλλού. Ήθελε να αποφεύγει όσο γίνεται τις άσκοπες συγκρούσεις με τα τούρκικα στρατεύματα.
                                           Ο Παύλος Μελάς με το Σώμα του στη Μακεδονία

Το επόμενο πρωινό καθόταν αμέριμνος ο Παύλος Μελάς στην καλύβα. Περιεργαζόταν έναν ιστό αράχνης που γυάλιζε στον ήλιο σαν ένα ασημένιο δίχτυ.
Ένα ρεύμα αέρα έκανε τα κίτρινα καλάμια να θροΐσουν, όμως χωρίς αρώματα χωρίς μυρωδιές. Ξαφνικά βήματα ακουστήκαν, διστακτικά στη αρχή και μετά όλο ένα να παίρνουνε θάρρος.
Από μακριά ακούστηκε μια φωνή σαν κλάμα.
–Κανένα σκοπό μας θα χτύπησαν οι άτιμοι, χάι, χάι είπε ο Γκίσιος.
Η φωνή τώρα ακουγόταν πιο καθαρά.
–Λε λε Μάϊκοοο, (ωχ μανούλα μου τι έπαθα).
Ήταν ο Μπαλζής ο Δημήτρης, έμπιστος άνθρωπος που ήξερε την κρυψώνα.
– Ίντα έπαθες μωρέ και κλαψουρίζεις; Είπε ένας Κρητικός με
την άγρια φωνή του. Ε; γιάειντα σκάς;
–Ντόμπρο ούτρο (καλό πρωί) απάντησε, μιλώντας στο τοπικό ιδίωμα και άρχισε να εξηγεί τον λόγω της επίσκεψης του.
Του πήραν την κόρη του, την Σουλτάνα και ποιος την πήρε παρακαλώ;
Ένας ελληνόφωνος, ο Φωστηρόπουλος, ο γιος του Χρήστου.
Τα πνεύματα οξύνθηκαν, ανεπίτρεπτο εκείνη την εποχή, δεν γινόταν μικτοί γάμοι. Που ακούστηκε ελληνόφωνος, με καταγωγή από την Καστοριά να πάρει σλαβόφωνη.
Όλη η ομάδα έδωσε δίκιο στον καημένο τον άνθρωπο.
Ο καπετάνιος έστειλε γρήγορα να του φωνάξουν τον πατέρα του ερωτευμένου νέου που τον ήξερε καλά.
Όταν αυτός έφτασε μετά από μερικές ώρες, γεροδεμένος ακόμη παρόλο την ηλικία του και καλοστεκούμενος, φώναξε δυνατά προς τον συνομήλικο του και πιθανό συμπέθερό του.
–Μπαλτζή Δημήτριε, αν μου πεις, αμέσως τον τουφεκάω τον γιό μου και ας τον αγαπώ πολύ, μιας και είναι ο πιο μικρός. Αυτό που έκανε είναι πολύ βαρύ.
Την κοπέλα την έχω σπίτι μου και δεν τόλμησε να πειράξει ούτε τρίχα από το κεφάλι της.
Τα λόγια αυτά τους ηρέμησαν όλους, η κατάσταση ανατράπηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Κατάλαβαν ότι είχαν να κάνουν με συνετό άνθρωπο.
Ο Ζέζας σηκώθηκε όρθιος και είπε.
– Τι μετράει η ντοπιολαλιά, όλοι Έλληνες είμαστε, αν αγαπιούνται και το ένα παιδί θέλει το άλλο, τότε να παντρευτούνε και δίνω στην νύφη δέκα λίρες για προίκα.
Αλληλοκοιτάχτηκαν όλοι, κανείς δεν περίμενε τέτοια κατάληξη.
Έτσι έγινε ένας από τους πρώτους μεικτούς γάμους. Οι κομιτατζήδες που το έμαθαν, έκαναν τα πάντα να ματαιώσουνε τον γάμο. Πότε με φοβέρα, πότε με τις λίρες. Οι νέοι σφοδρά ερωτευμένοι, τους χάλασαν τα σχέδια.
Όλοι μάθανε το χαρούμενο γεγονός και σε όλους έκανε εντύπωση.
                                                  Το μακεδονικό Σώμα του Καπετάν Γκόνου και Αποστόλη Ματόπουλου
Αρχές Οκτωβρίου, ο καπετάνιος ατένιζε τον απέραντο ουρανό, ξαφνικά ένας αετομάχος πέρασε από πάνω του, με ανοιχτές φτερούγες και με βλέμμα αγέρωχο, τον κοίταξε στα μάτια.
Για μια στιγμή μόνο ενώθηκαν οι ματιές τους, μετά συνέχισε τον δρόμο του, το πέταγμά του.
Μίλησε αργότερα σκεφτικός στην ομάδα του.
–Πρέπει να φύγουμε από αυτή τη κρυψώνα. Να πάμε να συναντηθούμε με άλλους αγωνιστές, για να οργανώσουμε μια μεγάλη επίθεση.
Οι μόνοι που χάρηκαν για αυτό το απότομο φευγιό ήταν οι Κρητικοί που ξέσπασαν σε ζητωκραυγές, θα έφευγαν επιτέλους.
Θα πήγαιναν πάλι στα αγαπημένα τους βουνά, θα έβλεπαν πάλι πρόβατα να βόσκουν και όχι βατράχια να χοροπηδούν.
Μέσα στο πηκτό σκοτάδι, άρχισαν να φτάνουν και οι πρώτες προμήθειες.
Υπήρχε λατρεία των χωρικών στον Μελά. Εκείνο το βράδυ πέρασαν πολλοί να τον αποχαιρετήσουν.
Μαζί τους πέρασε και ο δάσκαλος του διπλανού μεγάλου χωριού. Πολύ φίλος του Ζέζα, προσπάθησε να αλλάξει την γνώμη του, λέγοντάς του ότι δεν θα έπρεπε ακόμη να φύγει.
–Πρέπει να γίνουν επιχειρήσεις και αλλού, απάντησε ο καπετάνιος, τα βουλγαρικά κομιτάτα οργιάζουν, συνέχισε αποφασιστικά μην αφήνοντας και πολλά περιθώρια στον συνομιλητή του.
Κατάλαβε ο δάσκαλος ότι το θέμα έκλεισε εκεί. Πήγε να αποχαιρετήσει και τους υπόλοιπους από την ομάδα. Σλαβόφωνος ο ίδιος, κρατούσε ψηλά το φρόνημα πολλών κατοίκων της περιοχής. Αλλά είχε επιφορτιστεί και με το να φέρνει τα περισσότερα εφόδια.
Ήταν φημισμένος για τον αγώνα του, όμως και για τα χωρατά του.
– Ξέρεις πόσο απέχει από εδώ η Βουλγαρία; Έλεγε σε έναν χωριανό του γνωστό για τιςανθελληνικές του απόψεις.
–Ξέρεις που είναι τα σύνορα;
Ενώ η Ελλάδα μας, δυο βήματα είναι, εδώ δίπλα είναι.
Τα πειράγματα δίνανε και παίρνανε αυτό το βράδυ. Αρχίσανε και τις μαντινάδες οι Κρητικοί.
Πώς θα πει στην γλώσσα μας το εξεπλάγην; Είπε στο τέλος ο δάσκαλος εκείνο το βράδυ, εννοώντας στο τοπικό τους ιδίωμα. Όλοι αναρωτήθηκαν με απορία.
– Νε, ζνάμ (δεν γνωρίζουμε) είπαν πολλοί.
–Μπρέ, απάντησε και οι φωνές και τα γέλια τους ακουστήκαν παντού.
Το βράδυ θα έφευγαν, τελείωναν και οι τελευταίες ετοιμασίες. Οκτώβριος του 1904 η μέρα ήταν καλή, άστραφταν τα ποταμίσια καλάμια στον ήλιο.
Ο Παύλος Μελάς καθώς περνούσε ο καιρός ένοιωθε τον αγώνα να ρουφάει την ύπαρξη του.
Έβλεπε σιγά,
σιγά τον σπόρο του και τον αγώνα του, να φέρνει καρπούς στην Μακεδονία.
Δεν θα μάθαινε ποτέ του όμως ότι συγκλόνισε το πανελλήνιο και ότι οι Μακεδόνες είχαν πια έναν ήρωα.
Ούτε ότι η θυσία του θα ήταν αυτή που θα άλλαζε πολλά πράγματα.
Δεν θα ήξερε πως θα ενέπνεε έναν ολόκληρο λαό και οι τάξεις των σωμάτων θα γίνονταν πιο πυκνοί από ποτέ.
Δεν καταλάβαινε ακόμη ο ήρωας την πραγματική του συμβολή στην ιστορία.
Δεν θα μάθαινε για τους θούριους που θα γράφανε για αυτόν.
Δεν θα διάβαζε ποτέ το εξαίσιο. Σε κλαίει λαός του Παλαμά.
Ούτε θα έβλεπε τον Εγγονόπουλο να τον ζωγραφίζει αδιάκοπα σε διάφορες παραλλαγές.
Κοίταξε ψηλά στον ήλιο μέχρι που τα μάτια του θάμπωσαν .
Δεν ήξερε ότι κοιτούσε για τελευταία φορά τον ήλιο.
(το παραπάνω διήγημα βραβεύτηκε από τους Βιβλιόφιλους Έδεσσας και κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 2010)
ΠΗΓΗ: Η Φωνή των Γηγενών Μακεδόνων - Entopios.gr

Ντόπιοι Μακεδόνες...ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου